παλίρροια /pa.li.'ro.ja/ Noun
- English
- tide
- Polski
- pływ morski / przypływ
Example
- Η **παλίρροια** (πλημμυρίδα / άμπωτη / θαλάσσια ροή) έρχεται γρήγορα.
- The tide is coming in fast.
- Η «πλημμυρίδα» είναι η άνοδος, η «άμπωτη» η πτώση. Η παλίρροια είναι ο κύκλος.