παγωμένος /paɣoˈmenos/ Adjective
- English
- frozen
- Polski
- zamrożony
Example
- Κρατάμε τα κατεψυγμένα λαχανικά μας στην πάνω συρταριέρα. [παγωμένα] (παγωμένα / κατεψυγμένα / παγωμένα)
- We keep our frozen vegetables in the top drawer.
- Στα τρόφιμα, το 'κατεψυγμένα' είναι πιο συχνό.