ΣΕ ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ / ΠΛΗΣΙΟΝ /ædˈdʒeɪsənt/ Adjective
- English
- adjacent
- Polski
- przyległy
Example
- Τα αεροπλάνα προσγειώθηκαν σε **παρακείμενους** διαδρόμους. (Πλησιέστατος / Δίπλα)
- The planes landed on adjacent runways.
- Εδώ το 'παρακείμενος' δίνει την αίσθηση της άμεσης εγγύτητας.