παράλληλος /pa.raˈli.los/ Adjective

English
parallel
Polski
równoległy

Example

  • Οι λωρίδες στάθμευσης είναι **παράλληλες** με το πεζοδρόμιο.
  • The parking spaces are parallel to the curb.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός θηλυκού, καθώς 'λωρίδες' είναι θηλυκό.