παράλογος /əbˈsɜːrd/ Adjective

English
absurd
Polski
absurdalny

Example

  • Αυτή η στολή κάνει τους φρουρούς να φαίνονται **παράλογοι** (γελοίοι / άτοποι / εξωφρενικοί) — σαν να βγήκαν από καρτούν.
  • That uniform makes the guards look absurd.
  • Εδώ το 'παράλογος' τονίζει την οπτική ασυνέπεια.