Περίληψη /peˈrilipsi/ Noun
- English
- summary
- Polski
- podsumowanie
Example
- Η **περίληψη** των ειδήσεων τόνισε τα βασικά γεγονότα της ημέρας.
- The news summary highlighted the key events of the day.
- Η «περίληψη» είναι η πιο φυσική επιλογή για καθημερινά νέα.