Περίοδος /teˈli.a/ NounEnglishperiodPolskiokresExampleΗ δουλειά ολοκληρώθηκε σε σύντομη [Περίοδος] (Χρονικό Διάστημα / Εποχή / Φάση).The project was completed in a short period.Η 'Περίοδος' εδώ είναι ουδέτερη, απλώς χρόνος.