Τύχη /tiˈxi/ Noun
- English
- fortune
- Polski
- szczęście / majątek
Example
- Έβγαλε μια ολόκληρη περιουσία στις επενδύσεις ακινήτων. (ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ / ΤΥΧΗ)
- He made a fortune in real estate.
- Χρησιμοποιείται το ρήμα 'βγάζω' (make) με το 'περιουσία' για μεγάλα κέρδη.