Πισίνα /piˈsina/ Noun

English
pool
Polski
basen / pula

Example

  • Το ξενοδοχείο έχει μια όμορφη εξωτερική [πισίνα] (κολυμβητική δεξαμενή / λεκάνη).
  • The hotel has a beautiful outdoor pool.
  • Η «πισίνα» είναι η πιο συνηθισμένη λέξη.