επεκτείνομαι / επεκτείνω /epɛkˈtiːnomɛ/ Verb
- English
- expand
- Polski
- rozszerzać
Example
- Τα μέταλλα [πλαταίνουν] (διαστέλλονται / μεγαλώνουν) όταν θερμαίνονται.
- Metals expand when they are heated.
- Το 'πλαταίνω' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική διαστολή.