ευρύς /evˈris/ Επίθετο

English
wide
Polski
szeroki

Example

  • Είναι ένα πλατύς (πολύς / ευρύς / αχανής) ποταμός που τρέχει γρήγορα.
  • It's a wide, fast-flowing river.
  • Η λέξη 'πλατύς' δίνει έμφαση στο πλάτος, όχι μόνο στο μέγεθος.