Πληθωρισμός /pli.θo.rizˈmos/ Noun
- English
- inflation
- Polski
- inflacja
Example
- Η μάχη κατά του αυξανόμενου **πληθωρισμού** είναι η κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης.
- The fight against rising inflation is the government's top priority.
- Το 'αυξανόμενος' (rising) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.