πληθυσμός /pliθiˈzmos/ Noun

English
population
Polski
ludność

Example

  • Η χώρα έχει **πληθυσμό** άνω των πενήντα εκατομμυρίων.
  • The country has a population of over 50 million.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε πλαίσιο.