Ποιότητα /pʲoˈita ti ta/ Noun
- English
- quality
- Polski
- jakość
Example
- Η βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας στους οίκους ευγηρίας είναι προτεραιότητα.
- Improving the quality of care for nursing home residents is a priority.
- Εδώ η ποιότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παροχή υπηρεσιών.