πολεμικός /po.le.miˈkos/ Επίθετο

English
martial
Polski
bojowy

Example

  • Η χώρα έχει μακρά ιστορία [πολεμικών] παραδόσεων.
  • The country has a long history of martial traditions.
  • Εδώ το 'πολεμικός' καλύπτει την έννοια της παράδοσης και της κουλτούρας.