ΠΡΟΧΩΡΩ / ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ /pro.xoˈro/ Verb
- English
- proceed
- Polski
- przystąpić
Example
- Δεν είμαστε σίγουροι αν θέλουμε ακόμα να [προχωρήσουμε] με την πώληση.
- We are not sure whether we still want to proceed with the sale.
- Εδώ χρησιμοποιείται οριστική μέλλοντας (τελεστικός τύπος) για μελλοντική απόφαση.