Προηγούμενος /proiˈɣmenos/ Adjective
- English
- previous
- Polski
- poprzedni
Example
- Δεν απαιτείται καμία **προηγούμενη** εμπειρία για αυτή τη δουλειά.
- No previous experience is necessary for this job.
- Εδώ το 'προηγούμενη' (θηλυκό) συμφωνεί με το 'εμπειρία'.