πρόκληση /proklísi/ Noun
- English
- challenge
- Polski
- wyzwanie
Example
- Η νέα πλατφόρμα λογισμικού αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το τμήμα IT. (Η νέα πλατφόρμα λογισμικού αποτελεί μεγάλη **πρόκληση** / **δοκιμασία** / **αναμέτρηση** — της: The new software presents a major challenge for the IT department.)
- The new software presents a major challenge for the IT department.
- Εδώ η 'πρόκληση' είναι το τεχνικό εμπόδιο.