προορισμός /pro.o.risˈmos/ Noun
- English
- destination
- Polski
- cel podróży
Example
- Οι εξωτικοί προορισμοί, όπως οι Μπαχάμες, προσελκύουν εκατομμύρια τουρίστες.
- Popular tourist destinations like the Bahamas attract millions.
- Το 'προορισμός' εδώ είναι ο τουριστικός πόλος έλξης.