Προφανώς /profaˈnos/ Adverb

English
obviously
Polski
oczywiście

Example

  • Προφανώς, δεν θέλουμε να ξοδέψουμε πολλά χρήματα.
  • Obviously, we don't want to spend too much money.
  • Το 'Προφανώς' εδώ είναι το πιο άμεσο και καθημερινό.