προσβολή /əˈfɛns/ Noun
- English
- offence
- Polski
- obraza / wykroczenie
Example
- Συνελήφθη για μια μικρή τροχαία [προσβολή] (αδίκημα / παράπτωμα / πλημμέλημα) — του συνέβη ένα μικρό μπέρδεμα με τον ΚΟΚ.
- He was arrested for a minor traffic offence.
- Στην καθημερινότητα, το «προσβολή» είναι πιο συχνό, αλλά νομικά προτιμάται το «αδίκημα».