Επιφυλακτικός /epi.fi.la.ktiˈkos/ Επιθετικό
- English
- cautious
- Polski
- ostrożny
Example
- Η κυβέρνηση στάθηκε [προσεκτική] (φειδωλή / συνετή / μετρημένη) στην απάντησή της στην έκθεση.
- The government has been cautious in its response to the report.
- Εδώ τονίζεται η ανάγκη για μη βιαστική, ζυγισμένη αντίδραση.