προσφορά /proˈsfora/ ΟυσιαστικόEnglishbidPolskioferta / licytowaćExampleΗ εταιρεία έκανε [προσφορά] για τη σύμβαση.The company made a bid for the contract.Εδώ η «προσφορά» είναι η επίσημη πρόταση.