Υποψήφιος / Μελλοντικός /prəˈspɛktɪv/ Επίθετο

English
prospective
Polski
potencjalny

Example

  • Η εταιρεία στοχεύει σε [μελλοντικούς πελάτες] στον τεχνολογικό τομέα.
  • The company is targeting prospective customers in the tech sector.
  • Εδώ το 'προοπτικός' ακούγεται λίγο βαρύ, το 'μελλοντικός' είναι πιο φυσικό.