ρατσιστής / ρατσιστικός /ratsisˈtis/ Επίθετο
- English
- racist
- Polski
- rasista
Example
- Η έκθεση ανέδειξε ρατσιστικές συμπεριφορές στον χώρο εργασίας. [μισαλλόδοξες / εχθρικές / προκατειλημμένες] — της: Η έκθεση ανέδειξε ρατσιστικές συμπεριφορές στον χώρο εργασίας.
- The report highlighted racist attitudes in the workplace.
- Το 'ρατσιστικές' εδώ είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.