ρεαλιστικός /realiˈstikos/ Adjective

English
realistic
Polski
realistyczny

Example

  • Χρειαζόμαστε μια [ρεαλιστική / πραγματοποιήσιμη / προσγειωμένη] εκτίμηση της κατάστασης.
  • We need a realistic assessment of the situation.
  • Το 'ρεαλιστικός' εδώ τονίζει την ανάγκη για ψυχρή λογική.