ριζοσπαστικός /ri.zo.spa.stiˈkos/ Επίθετο

English
radical
Polski
radykalny

Example

  • Η ανάγκη για [ριζικές] αλλαγές στην εκπαίδευση είναι ξεκάθαρη.
  • The need for radical changes in education is clear.
  • Εδώ τονίζεται η ανάγκη για αλλαγή από το μηδέν.