Ροή /roˈi/ Noun

English
flow
Polski
płynność / flow

Example

  • Η **ροή** (κίνηση / ρευστότητα / ορμή) του ποταμού ήταν ήρεμη.
  • The flow of the river was calm.
  • Εδώ τονίζεται η φυσική κίνηση του νερού.