Εντάξει /enˈdaksi/ Adjective

English
sure
Polski
pewnie

Example

  • Δεν είμαι **σίγουρος** αν θα έρθει.
  • I'm not sure if he's coming.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ουδέτερο «σίγουρο» ως επιρρηματικό.