σκίτσο /ˈskit͡so/ Noun

English
sketch
Polski
szkic

Example

  • Ο καλλιτέχνης ετοίμασε μερικά [αποτυπώματα / σκίτσα / πρόχειρα σχέδια] για την επόμενη ζωγραφιά του.
  • The artist is making sketches for his next painting.
  • Το 'σκίτσο' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη λέξη.