Σλόγκαν /ˈslo.ɣan/ Noun
- English
- slogan
- Polski
- hasło
Example
- Το **σλόγκαν** της εταιρείας είναι γνωστό παγκοσμίως. [Το **σλόγκαν** / Η φράση / Το σύνθημα] — της: Η φράση της εταιρείας είναι γνωστή παγκοσμίως.
- The brand's slogan is known worldwide.
- Το 'σλόγκαν' είναι το πιο κοινό, δάνειο αλλά καθιερωμένο.