Στενά /stiˈna/ AdverbEnglishcloselyPolskiuważnie / z bliskaExampleΗ αστυνομία παρακολουθεί **στενά** την κατάσταση.The police are closely monitoring the situation.Εδώ το 'στενά' δίνει την αίσθηση του συνεχούς και έντονου ελέγχου.