Άγνωστος /aˈɣnostos/ Noun
- English
- stranger
- Polski
- obcy / nieznajomy
Example
- Υπήρχε ένας εντελώς ξένος να κάθεται στο γραφείο μου. (Ξένος / Άγνωστος / Αλλοδαπός) — Η λέξη 'ξένος' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.
- There was a complete stranger sitting at my desk.
- Το 'ξένος' καλύπτει τόσο την άγνοια γνωριμίας όσο και την καταγωγή.