σχέδιο /ˈsçi.ma/ Noun
- English
- scheme
- Polski
- plan
Example
- Η κυβέρνηση εισήγαγε ένα νέο **σχέδιο** (σύστημα/πρόγραμμα/δομή) κατάρτισης για τους νέους εργαζόμενους.
- The government introduced a new training scheme for young workers.
- Εδώ το 'σχέδιο' λειτουργεί ως επίσημο πρόγραμμα.