αντίστοιχος /anˈdistixos/ Adjective

English
comparable
Polski
porównywalny

Example

  • Ένα σπίτι [συγκρίσιμο] στην πόλη θα κόστιζε τα διπλάσια. (Σύγκριση τιμής)
  • A comparable house in the city would cost twice as much.
  • Εδώ τονίζουμε την οικονομική ισοδυναμία.