συνδεδεμένος /sindeˈθe.nos/ Adjective
- English
- connected
- Polski
- połączony
Example
- Τα δύο γεγονότα είναι ξεκάθαρα **συνδεδεμένα** (δεμένα/συναφή/σχετικά) μεταξύ τους.
- The two incidents are clearly connected.
- Χρησιμοποιείται για αιτιώδεις ή λογικές σχέσεις.