timing / συγκυρία /ˈtaɪmɪŋ/ Noun

English
timing
Polski
moment

Example

  • Η Συγχρονικότητα της απόφασης ήταν μια ολοκληρωτική έκπληξη.
  • The timing of the decision was a complete surprise.
  • Εδώ το 'Συγχρονικότητα' τονίζει την ακρίβεια της στιγμής.