Διατηρώ /səˈsteɪn/ Verb
- English
- sustain
- Polski
- podtrzymywać
Example
- Ποιοι πλανήτες μπορούν να [συντηρήσουν] τη ζωή; [Διατηρήσουν / Τροφοδοτήσουν] — Η επιστήμη είναι ξεκάθαρη.
- Which planets can sustain life?
- Εδώ τονίζεται η ικανότητα διατήρησης των συνθηκών.