ΣΥΣΧΕΤΙΖΩ /systeˈxizo/ Verb

English
correlate
Polski
korelować

Example

  • Τα ευρήματα **συσχετίζονται** (συσχετίζω / συνδέονται / αλληλοσυσχετίζονται) με προηγούμενες έρευνες.
  • The findings correlate with previous research.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος, καθώς η συσχέτιση είναι διαπιστωμένο γεγονός.