Πιθανότητα /pitanˈdita/ NounEnglishprobabilityPolskiprawdopodobieństwoExampleΗ πιθανότητα επιτυχίας είναι αρκετά υψηλή. (Ευκαιρία / Δυνατότητα / Πιθανότητα)The probability of success is quite high.Εδώ τονίζεται η θετική έκβαση.