Θέα / Άποψη /'θe.a/ Noun

English
view
Polski
widok

Example

  • Η [θέα] (τοπίο / πανοραμική εικόνα) της εξοχής ήταν μαγευτική.
  • There were magnificent views of the surrounding countryside.
  • Χρησιμοποιούμε το 'μαγευτική' για να τονίσουμε την ομορφιά.