Θεατής /θeατίς/ Noun

English
viewer
Polski
widz

Example

  • Το πρόγραμμα προσέλκυσε εκατομμύρια **θεατές**.
  • The programme attracted millions of viewers.
  • Το 'θεατής' είναι ο βασικός όρος για τηλεοπτικό/online κοινό.