θέατρο /θeˈatro/ Noun

English
theatre
Polski
teatr

Example

  • Το τοπικό θέατρο (σκηνή / δρώμενα) φιλοξενεί απόψε μια φιλανθρωπική εκδήλωση.
  • The local theatre is hosting a charity gala tonight.
  • Το 'θέατρο' καλύπτει και τον χώρο και την τέχνη.