Υπέροχο / Θεϊκό /ðiˈvaɪn/ AdjectiveEnglishdivinePolskiboskiExampleΖήτησαν [θεϊκή καθοδήγηση] πριν πάρουν την απόφαση.They sought divine guidance before making the decision.Εδώ η έννοια είναι κυριολεκτική/υψηλή.