Θέμα /ˈθema/ Noun

English
subject
Polski
temat

Example

  • Το **θέμα** της διάλεξης ήταν η κλιματική δράση.
  • The subject of the lecture was climate action.
  • Εδώ το 'θέμα' είναι ο τίτλος/περιεχόμενο.