θύμα /ˈθima/ Noun

English
victim
Polski
ofiara

Example

  • Τα θύματα του σεισμού έλαβαν επείγουσα στέγαση. (Τα θύματα / Πάσχοντες / Αδικηθέντες — του σεισμού)
  • The victims of the earthquake were given emergency shelter.
  • Η λέξη «θύμα» είναι η πιο άμεση και ουδέτερη επιλογή.