Σφιχτό / Στενό /sfɪkˈto/ Επίθετο
- English
- tight
- Polski
- ciasny / mocny (slang)
Example
- Κράτησε μια **σφιχτή** αγκαλιά γύρω από τον βραχίονά της. [Κρατώ/Κράτησα (Perfective) / Κρατάω (Imperfective)]
- He kept a tight grip on her arm.
- Εδώ τονίζεται η ένταση της επαφής.