ειλικρινά /i.li.ci.ˈna/ AdjectiveEnglishhonestPolskiuczciwyExampleΕίναι μια [τίμια] γυναίκα που δεν λέει ποτέ ψέματα.She is an honest person who never lies.Εδώ τονίζεται η ηθική αξία και η αξιοπιστία.