τμήμα /tmiːmɑ/ /tmiːmɑ/ Noun

English
department
Polski
dział

Example

  • Το αστυνομικό τμήμα ερευνά το συμβάν.
  • The police department is investigating the incident.
  • Στην αστυνομία, το 'τμήμα' είναι η πιο φυσική επιλογή.