Τοποθέτηση /plɛɪsmənt/ Noun

English
placement
Polski
umiejscowienie

Example

  • Ο οργανισμός παρέχει ολοκληρωμένη υπηρεσία **τοποθέτησης** στην αγορά εργασίας.
  • The agency provides a comprehensive job placement service.
  • Εδώ τοποθέτηση είναι ο επίσημος όρος για το job placement.